13.5 C
Athens
Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου, 2026
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Πρωταθλήτρια έμμεσων φόρων στον ΟΟΣΑ η Ελλάδα, με αιχμή τους «αθέατους» φόρους κατανάλωσης

    Υψηλά έσοδα από ΦΠΑ και λοιπούς ειδικούς φόρους, την ώρα που οι φοροελαφρύνσεις δεν αγγίζουν την κατανάλωση

    Για έναν ακόμη κύκλο φοροελαφρύνσεων προετοιμάζεται η κυβέρνηση, όπως ανέφερε πρόσφατα ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ωστόσο όλα δείχνουν ότι και αυτή τη φορά οι έμμεσοι φόροι θα παραμείνουν εκτός κάδρου. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διατηρεί μια ιδιαίτερα επιβαρυντική πρωτιά στον ΟΟΣΑ, καθώς καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά φορολόγησης της κατανάλωσης σε σχέση με το ΑΕΠ, όχι μόνο λόγω του υψηλού ΦΠΑ, αλλά κυρίως εξαιτίας μιας σειράς «σιωπηλών» φόρων που επιβαρύνουν καθημερινά τα νοικοκυριά.

    Μιλώντας πριν από λίγες ημέρες στην ΕΡΤ, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ξεκαθάρισε ότι το φθινόπωρο ο πρωθυπουργός θα ανακοινώσει νέες μειώσεις φόρων, με δεδομένο δημοσιονομικό χώρο που εκτιμάται στα 800 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες, το περιθώριο αυτό ενδέχεται να αυξηθεί, καθώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να αναγνωρίσει μόνιμο χαρακτήρα σε μέρος της αύξησης των φορολογικών εσόδων. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση δεν προσανατολίζεται σε παρεμβάσεις στους έμμεσους φόρους, θεωρώντας ότι μια τέτοια κίνηση ενέχει κινδύνους απώλειας εσόδων χωρίς εγγύηση ότι το όφελος θα περάσει στον καταναλωτή.

    Τα στοιχεία της έκθεσης του ΟΟΣΑ «Revenue Statistics 2025» αποτυπώνουν με σαφήνεια το πρόβλημα. Για το 2023, οι φόροι σε αγαθά και υπηρεσίες στην Ελλάδα ανήλθαν περίπου στο 15,8% του ΑΕΠ, ποσοστό που τη φέρνει στη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, ελάχιστα πίσω από την Ουγγαρία. Η απόσταση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που κινείται γύρω στο 10,5%, παραμένει τεράστια, γεγονός που αναδεικνύει τη δυσανάλογη εξάρτηση της χώρας από τη φορολόγηση της κατανάλωσης.

    Η εικόνα αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κληρονομιά της μνημονιακής περιόδου. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, το κράτος στράφηκε μαζικά στους έμμεσους φόρους, καθώς η είσπραξη άμεσων φόρων αποδείχθηκε δυσχερής. Το αποτέλεσμα ήταν μια εκρηκτική αύξηση του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης, που διατηρείται έως σήμερα, με τη «ψαλίδα» από τις άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες να παραμένει ανοιχτή.

    Αν και ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ στην Ελλάδα βρίσκεται σε από τα υψηλότερα επίπεδα της Ευρώπης, η πραγματική πρωτιά καταγράφεται στους λοιπούς φόρους κατανάλωσης. Τα έσοδα από ειδικούς φόρους σε καύσιμα, καπνικά, ενέργεια, τέλη και επιβαρύνσεις εκτιμώνται σε ποσοστό άνω του 7% του ΑΕΠ, επίπεδο σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Αυτή ακριβώς η κατηγορία φόρων είναι που «σπάει τα κοντέρ» και εξηγεί γιατί η Ελλάδα παραμένει στην κορυφή των επιβαρύνσεων, παρά το γεγονός ότι δεν έχει τον υψηλότερο ΦΠΑ διεθνώς.

    Παρά τα δεδομένα αυτά, η κυβερνητική θέση παραμένει σταθερή. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι μια μείωση έμμεσων φόρων δεν διασφαλίζει αυτόματα χαμηλότερες τιμές, λόγω στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό. Παράλληλα, τονίζεται ότι οι απώλειες εσόδων θα ήταν δύσκολο να καλυφθούν, ενώ προκρίνονται οι μειώσεις άμεσων φόρων ως πιο αποτελεσματικό μέσο ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

    Related Articles

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    εισάγετε το σχόλιό σας!
    παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

    - Advertisement -spot_img

    Latest Articles