Σε περιβάλλον έντονων διεθνών αναταράξεων και νέων πληθωριστικών πιέσεων καλείται η κυβέρνηση να λάβει τις οριστικές αποφάσεις για τον κατώτατο μισθό, με την αύξηση που θα ισχύσει από την 1η Απριλίου 2026 να εκτιμάται ότι θα φτάσει περίπου τα 50 ευρώ μεικτά.
Οι αποφάσεις για τη φετινή αναπροσαρμογή αναμένεται να ληφθούν το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου, σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο οικονομικό περιβάλλον. Οι νέες γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις και επηρεάζουν αρνητικά τις προοπτικές ανάπτυξης, ενώ η άνοδος των τιμών στην ενέργεια αρχίζει ήδη να περνά σε καύσιμα, μεταφορές και βασικά αγαθά.
Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι ο κατώτατος μισθός θα αυξηθεί από τα 880 ευρώ που είναι σήμερα στα 930 ευρώ μεικτά. Η αύξηση αυτή επηρεάζει άμεσα περίπου 575.684 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή το 22,8% των μισθωτών, ενώ επιδρά και στις αποδοχές σχεδόν 600.000 δημοσίων υπαλλήλων, καθώς πλέον ο κατώτατος μισθός αποτελεί ενιαία βάση υπολογισμού και για τον δημόσιο τομέα.
Η αναπροσαρμογή δεν περιορίζεται μόνο στους μισθούς. Η αύξηση του κατώτατου συμπαρασύρει προς τα πάνω και μια σειρά από κοινωνικές παροχές που συνδέονται με αυτόν, όπως το επίδομα ανεργίας, τα επιδόματα μητρότητας και γονικής άδειας, τα εποχικά βοηθήματα συγκεκριμένων επαγγελματικών κατηγοριών και άλλες ενισχύσεις που αφορούν ευάλωτες ομάδες.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί ότι ο κατώτατος μισθός θα φτάσει τα 950 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας. Με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις, ο στόχος αυτός ενδέχεται να ξεπεραστεί πριν από το 2027. Για το επόμενο έτος προβλέπεται νέα αύξηση περίπου 4%, η οποία θα μπορούσε να διαμορφώσει τον κατώτατο μισθό στα 960 ευρώ.
Στον δημόσιο τομέα η αύξηση θα ενσωματωθεί οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των μισθολογικών κλιμακίων και σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού, από την υποχρεωτική έως και την πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Η μεταβολή αυτή εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε αύξηση περίπου 40 ευρώ τον μήνα για τους δημόσιους υπαλλήλους.
Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν στο Υπουργικό Συμβούλιο του Μαρτίου, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαβούλευσης με τους κοινωνικούς φορείς. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εισηγείται αύξηση έως 4%, λαμβάνοντας υπόψη την πορεία του πληθωρισμού και της παραγωγικότητας, εκτιμώντας ότι μια τέτοια μεταβολή μπορεί να ενισχύσει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων χωρίς να επηρεάσει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Το ΙΟΒΕ προτείνει αύξηση από 2,5% έως 3,5%, ενώ το ΚΕΠΕ εκτιμά ότι η αναπροσαρμογή μπορεί να κινηθεί μεταξύ 3,5% και 5%.
Αύξηση 4% προτείνει το ΙΝΣΕΤΕ, ενώ ο ΣΕΒ εισηγείται μεταβολή από 3% έως 3,5%, συνδυασμένη με μέτρα όπως η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και η επιδότηση του ενεργειακού κόστους. Η ΓΣΕΒΕΕ προτείνει αυξήσεις από 3,5% έως 4%, η ΕΣΕΕ εισηγείται αύξηση 3,6%, ενώ η ΓΣΕΕ ζητεί σημαντικά υψηλότερη αναπροσαρμογή, με τον κατώτατο μισθό να φτάνει τα 1.052 ευρώ.
Την ίδια στιγμή, προσδοκίες για ευρύτερες αυξήσεις μισθών στην οικονομία δημιουργεί ο νέος νόμος για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή. Μεταξύ άλλων προβλέπεται η επαναφορά της μετενέργειας των συμβάσεων μέχρι την υπογραφή νέας συμφωνίας, η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής των εργαζομένων στη διαιτησία για την επίτευξη συλλογικής σύμβασης, καθώς και η μείωση στο 40% – από 50% – του ποσοστού συμμετοχής των εργοδοτών που απαιτείται για την επέκταση μιας σύμβασης σε ολόκληρο τον κλάδο.
Επιπλέον, καθιερώνεται η υποχρεωτική εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων σε όλο τον κλάδο όταν αυτές υπογράφονται από τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους, εξέλιξη που εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλει στη γενικότερη ενίσχυση των μισθών στην αγορά εργασίας.


