Η σφοδρή κακοκαιρία που έπληξε την Αττική άφησε πίσω της δύο νεκρούς, εικόνες καταστροφής και ένα γνώριμο ερώτημα: πόσο έτοιμο είναι το λεκανοπέδιο να αντέξει ακραία καιρικά φαινόμενα, όταν οι ίδιες οι βάσεις του έχουν χτιστεί πάνω σε χρόνιες πολεοδομικές αστοχίες;
Η Αττική ξύπνησε μετρώντας απώλειες και ζημιές μετά το σαρωτικό πέρασμα της κακοκαιρίας, με πιο βαριά σκιά τον θάνατο μιας 56χρονης γυναίκας στην Άνω Γλυφάδα, που παρασύρθηκε από ορμητικά νερά, και ενός 53χρονου λιμενικού στο Άστρος Κυνουρίας, που έχασε τη ζωή του εν ώρα καθήκοντος.
Στο επίκεντρο των καταστροφών βρέθηκαν περιοχές των νοτίων προαστίων, με τη Γλυφάδα να καταγράφει εικόνες που θύμιζαν φυσική καταστροφή μεγάλης κλίμακας. Σύμφωνα με τον καθηγητή Γεωλογίας Ευθύμιο Λέκκα, οι ζημιές δεν ήταν τυχαίες. Όπως επισήμανε, η ανάπτυξη πολλών περιοχών –και κυρίως εκείνων με έντονη οικοδομική και οικονομική δραστηριότητα– πραγματοποιήθηκε διαχρονικά χωρίς ολοκληρωμένες μελέτες και χωρίς έναν ασφαλή, μακροπρόθεσμο χωροταξικό σχεδιασμό. Το αποτέλεσμα είναι μια «κληρονομημένη τρωτότητα», όπως τη χαρακτήρισε, που επανεμφανίζεται κάθε φορά που η φύση δοκιμάζει τα όρια της πόλης.
Την ίδια εικόνα περιέγραψε και ο μετεωρολόγος Γιάννης Καλλιάνος, κάνοντας λόγο για πρωτοφανή ύψη βροχής. Μέσα σε λίγες ώρες, στη Γλυφάδα καταγράφηκαν πάνω από 175 χιλιοστά βροχής — ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό ετήσιο ύψος της περιοχής. Δρόμοι μετατράπηκαν σε χειμάρρους, σπίτια έγιναν απρόσιτα και η καθημερινότητα χιλιάδων κατοίκων διαλύθηκε μέσα σε μία νύχτα.
Αντίστοιχα ανησυχητικά ήταν τα στοιχεία που παρουσίασε η μετεωρολόγος Νικολέτα Ζιακοπούλου, επισημαίνοντας ότι σε μία μόνο ημέρα έπεσε στην Αττική νερό που συνήθως αντιστοιχεί σε έξι μήνες. Σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, σε περιοχές όπως ο Παπάγος, ο Βύρωνας και η Τριζοινία καταγράφηκαν ύψη βροχής άνω των 120 και 140 χιλιοστών, καταρρίπτοντας πανελλαδικά ρεκόρ.
Η πίεση στις υποδομές αποτυπώθηκε και στα στοιχεία της Πυροσβεστικής, η οποία δέχτηκε περισσότερες από 900 κλήσεις μόνο στην Περιφέρεια Αττικής. Πραγματοποιήθηκαν εκατοντάδες αντλήσεις υδάτων, δεκάδες κοπές δέντρων και μεταφορές πολιτών σε ασφαλή σημεία, ενώ οχήματα εγκλωβίστηκαν σε υπόγειες διαβάσεις και κεντρικούς οδικούς άξονες.
Σοβαρά προβλήματα καταγράφηκαν σε Γλυφάδα, Βάρη, Βούλα και Βουλιαγμένη, αλλά και σε περιοχές όπως ο Ρέντης, το Μοσχάτο, η Καλλιθέα και ο Ωρωπός, όπου κατολισθήσεις και υπερχειλίσεις ρεμάτων διέκοψαν την κυκλοφορία. Παράλληλα, επηρεάστηκαν δρομολόγια του Ηλεκτρικού και του Τραμ, ενώ στο λιμάνι του Πειραιά τα περισσότερα πλοία παρέμειναν δεμένα.
Την ώρα που οι εικόνες καταστροφής κυριαρχούν, ειδικοί επισημαίνουν ότι τα ακραία φαινόμενα δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως εξαιρέσεις. Όπως τονίζει ο Ευθύμιος Λέκκας, η αντιμετώπιση του προβλήματος προϋποθέτει αντιστροφή της μέχρι σήμερα λογικής: πρώτα χαρτογράφηση των κινδύνων και μετά σχεδιασμό — όχι το αντίστροφο.
Σύμφωνα με τα τελευταία προγνωστικά στοιχεία, η κακοκαιρία δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τον κύκλο της, με ισχυρές βροχές, καταιγίδες και θυελλώδεις ανέμους να αναμένονται σε περιοχές του Αιγαίου και των Κυκλάδων. Η επόμενη μέρα βρίσκει την Αττική όχι μόνο αντιμέτωπη με τις ζημιές, αλλά και με την ανάγκη να απαντήσει σε ένα διαχρονικό, πλέον, ερώτημα: πόσο βιώσιμη είναι μια πόλη που κάθε φορά πλημμυρίζει από τα ίδια της τα λάθη;

