Δύο αγρότισσες, η κυρία Αθανασία Ρούσα και η κυρία Γεωργία, μοιράζονται τις προσωπικές τους εμπειρίες από τις δραματικές συνέπειες φυσικών καταστροφών και ασθενειών στα ζώα τους, αλλά και από τις συνεχείς πιέσεις των τραπεζών για την εξόφληση δανείων, παρά τις τεράστιες ζημιές που υπέστησαν.
Η κυρία Ρούσα έχασε ολόκληρο το κοπάδι της, περίπου 400 ζώα, και όλες τις εγκαταστάσεις της εξαιτίας πυρκαγιών. Όπως περιγράφει, κάηκαν περίπου 100 ζώα και ο στάβλος μαζί με όλες τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις και εγκαταστάσεις. Λίγους μήνες μετά ήρθε η νόσος Daniel, που προκάλεσε περαιτέρω απώλειες περίπου 80 ζώων, καθώς δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος για τα ζώα μετά τη φωτιά. Τέλος, τον Δεκέμβριο επήλθε η ευλογιά, με αποτέλεσμα να μην της απομένει κανένα πρόβατο.
Παρά τις αποζημιώσεις που έλαβε, αυτές κατευθύνονται στην εξόφληση δανείων που είχε πάρει για να προσπαθήσει να ανασυντάξει την εκμετάλλευσή της, ενώ συνεχίζει να περιμένει να της δοθούν οι σχετικές άδειες για να επανεκκινήσει τη δραστηριότητα. Ο χρόνος που πέρασε από τα πρώτα περιστατικά ξεπερνά τον ένα χρόνο, αλλά η κατάσταση παραμένει αδιέξοδη.
Η πίεση από τις τράπεζες προσθέτει μια ακόμη δυσκολία. Παρά το γεγονός ότι η κυρία Ρούσα είχε χάσει τα κοπάδια και τις εγκαταστάσεις, οι τράπεζες απαιτούσαν την κανονική καταβολή των δόσεων των δανείων, τόσο αγροτικών όσο και στεγαστικών. Οι αποζημιώσεις που λαμβάνει πηγαίνουν εξ ολοκλήρου στην αποπληρωμή των δανείων, χωρίς να είναι εφικτό να χρησιμοποιηθούν για την ανασυγκρότηση της εκμετάλλευσης ή για άλλες εργασίες. Τα χωράφια που κάηκαν δεν έχουν ακόμα αποζημιωθεί, και η διαδικασία παραμένει ασαφής. Η περίοδος καραντίνας επιπλέον έχει επιβραδύνει την ανασυγκρότηση, χωρίς να υπάρχει ορατή λύση.
Η κυρία Γεωργία περιγράφει μια ανάλογη κατάσταση στην περιοχή του Κιλελέρ, όπου έχασε επίσης 400 ζώα λόγω ευλογιάς. Παράλληλα, αντιμετωπίζει πιέσεις για την αποπληρωμή παλαιών στεγαστικών δανείων των γονέων της, με απειλές για πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας. Όπως αναφέρει, η έλλειψη ασφάλειας και στήριξης δημιουργεί αίσθημα αδιεξόδου και οι νέες γενιές αγροτών σκέφτονται να μην συνεχίσουν την ίδια δραστηριότητα. Παρά την επικοινωνία με τις τράπεζες, η απάντηση ήταν ότι, εάν δεν καταβληθεί άμεσα ποσό 20.000 ευρώ, θα επιβληθεί διαταγή πληρωμής για διπλάσιο ποσό, το οποίο είναι αδύνατο να καλυφθεί.
Και οι δύο αγρότισσες τονίζουν ότι οι Έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι παραμένουν σχεδόν απροστάτευτοι. Οι φυσικές καταστροφές, οι ζωονόσοι και οι συνεχείς οικονομικές απαιτήσεις καθιστούν τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεών τους επισφαλή, αφήνοντας ελάχιστες επιλογές για επανεκκίνηση και ανασυγκρότηση.


