Άρθρο του Προέδρου Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, Δημήτρη Κ. Βερβεσού για την εφημερίδα «Αθηναϊκα Νέα»

Το ποινικό δίκαιο είναι ίσως εκείνος ο κλάδος δικαίου, όπου επιβάλλεται εντονότερα η  νομοθετική σταθερότητα. Η μεταβολή της ποινικής μεταχείρισης προϋποθέτει προσεκτικές δικαιοπολιτικές σταθμίσεις και τεκμηριωμένες κανονιστικές αξιολογήσεις καθώς διακυβεύεται το μείζον αγαθό της προσωπικής ελευθερίας.

Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε τη μέχρι σήμερα εμπειρία των τελευταίων 30 ετών στο πεδίο ποινικής νομοθέτησης στη χώρα μας θα καταλήγαμε νομίζω στα ακόλουθα συμπεράσματα:

Πρώτον, η ποινική νομοθέτηση κατέστη συν τω χρόνω πληθωρική, ιδίως στο επίπεδο των ειδικών ποινικών νόμων. Η παραδοσιακή αρχή του ποινικού δικαίου nullum crimen, nulla poena sine lege, υπέστη διαστροφική μετάλλαξη. Ο κανόνας έγινε: nulla lex sine poena. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα νομοθέτημα που να μην συνοδεύεται από ειδικές ποινικές διατάξεις. Η ποινικοποίηση επιχειρείται συχνά άκριτα, κατά τρόπο που διαρρηγνύει την αξιολογική συνοχή του ποινικού συστήματος και οδηγεί σε υπέρμετρη διεύρυνση του αξιόποινου ακόμη και σε συμπεριφορές που δεν δικαιολογούν ποινική αντιμετώπιση.

Δεύτερον, η ποινική νομοθεσία χαρακτηρίζεται από προϊούσα αυστηροποίηση των ποινών και ενίσχυση της ποινικής καταστολής, συνήθως υπό τη δραστική επίδραση της επικαιρότητας και του αντικτύπου των εγκλημάτων που κινητοποιούν την κοινή γνώμη.

Τρίτον, το σύστημα ποινικής καταστολής και έκτισης των ποινών στη χώρα μας, παρά τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις του, εγείρει ερωτηματικά και αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ασκούμενης αντεγκληματικής πολιτικής.

Στην μακρά αυτή πορεία του ποινικού δικαίου σημείο τομής αποτέλεσε αναμφίβολα η θέσπιση των δύο νέων Κωδίκων –ΠΚ & ΚΠΔ-  το 2019. Οι νέοι Κώδικες ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιας νομοπαραγωγικής διαδικασίας στην οποία συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι της δικηγορίας, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της δικαιοσύνης. Συνιστούν, κατά την κρατούσα γνώμη, σημαντική παρέμβαση στο πλαίσιο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και έταμαν στην ορθή, κατ’ αρχήν, κατεύθυνση πλήθος ζητημάτων που είχε θέσει η θεωρία, ή είχαν αναφυεί στην πράξη, χωρίς πάντως να λείπουν και ορισμένες αστοχίες.

Πριν καλά καλά στεγνώσει η νομοθετική μελάνη, αναπτύχθηκαν φυγόκεντρες δυνάμεις σε επίπεδο νομοθετικής πολιτικής.  Μέσα στα τρία μόλις χρόνια ζωής του νέου Ποινικού Κώδικα, εισήχθησαν πλείονες σημαντικές αλλαγές στο νεοπαγές νομοθέτημα. Θυμίζω ότι, μέχρι τώρα, τροποποιήσεις επέφεραν διαδοχικά οι ν. 4623/2019, 4637/2019, 4640/2019, 4745/2020, 4689/2020, 4777/2021, 4800/2021, 4855/2021, 4871/2021, 4908/2022 και προσφάτως ο ν. 4947/2022, που περιέχει τις νέες διατάξεις για την εκδικητική πορνογραφία, αλλά και το πολύπαθο άρθρο 349 ΚΠΔ. Δηλ. 11 τροποποιητικοί νόμοι σε 3 χρόνια!

Το δικηγορικό σώμα, δια των συλλογικών του οργάνων, διατύπωσε από την πρώτη στιγμή επιφυλάξεις και προβληματισμούς ως προς επιμέρους ρυθμίσεις του Κώδικα, που έχρηζαν πράγματι αναθεώρησης, και κατά τούτο η νομοθετική παρέμβαση ήταν επιβεβλημένη. Επί παραδείγματι, δημόσια επισημάναμε ότι επιβάλλεται η επανεξέταση των όρων της υφ’ όρων απόλυσης, ώστε να επιτυγχάνονται οι στόχοι γενικής και ειδικής πρόληψης, και να μην ενισχύεται η «λογική του εγκληματία», ο οποίος προσβλέπει σε έκτιση ποινής κατά πολύ συντομότερης της επιβληθείσας, είτε λόγω υφ’ όρον απόλυσης, είτε λόγω της προσδοκίας μελλοντικών «αποσυμφορητικών διατάξεων». Κατά τούτο η αυστηροποίηση των όρων έκτισης της ποινής σε ειδεχθή εγκλήματα ανταποκρίνεται σε υπαρκτή ανάγκη.

Από εκεί και πέρα, όμως, απαιτείται ασφάλεια δικαίου και σταθερότητα, που υπονομεύονται όταν ο ποινικός νόμος υποκύπτει στις πιέσεις της επικαιρότητας και της κοινής γνώμης, υπό το βάρος εγκλημάτων που προκαλούν δικαιολογημένη δημόσια συζήτηση, ή και αποτροπιασμό λόγω των συνθηκών τέλεσής τους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here