31.4 C
Athens
Τρίτη, 1 Σεπτεμβρίου, 2026
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

    Ισλανδία: Γιατί το «όχι» στην ΕΕ ήταν κάτι περισσότερο από μια ψήφος – Το ψάρεμα, η κυριαρχία και το κόστος της ένταξης


    Με 52,8% έναντι 47,2%, οι Ισλανδοί απέρριψαν την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε ένα δημοψήφισμα με συμμετοχή 82,5%. Πίσω από το αποτέλεσμα βρίσκεται ένας συνδυασμός οικονομικών και πολιτικών παραγόντων, με πρώτο και ισχυρότερο το ζήτημα της αλιείας. Για μια χώρα που έχει ήδη πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, η πλήρης ένταξη δεν θεωρήθηκε από την πλειοψηφία αρκετά ελκυστική ώστε να δικαιολογεί την παραχώρηση μεγαλύτερου ελέγχου στις Βρυξέλλες.

    Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 29ης Αυγούστου δεν σημαίνει ότι η Ισλανδία γυρίζει την πλάτη στην Ευρώπη. Σημαίνει, κυρίως, ότι οι περισσότεροι Ισλανδοί δεν θέλουν αυτή τη στιγμή να κάνουν το επόμενο βήμα και να μετατρέψουν μια ήδη στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση σε πλήρη πολιτική ένταξη.

    Το ερώτημα που τέθηκε στους πολίτες δεν αφορούσε την άμεση ένταξη στην ΕΕ, αλλά την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων. Παρ’ όλα αυτά, το «όχι» επικράτησε με 52,8%, έναντι 47,2% του «ναι», σε μια αναμέτρηση που χαρακτηρίστηκε από υψηλό ενδιαφέρον και συμμετοχή 82,5%.

    Η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι διαπραγματεύσεις είχαν ξεκινήσει το 2009, μετά την αίτηση της Ισλανδίας για ένταξη στην ΕΕ. Μέχρι το 2013 είχαν ανοίξει 27 διαπραγματευτικά κεφάλαια, από τα οποία τα 11 είχαν κλείσει προσωρινά. Με την αλλαγή κυβέρνησης το 2013, η διαδικασία πάγωσε και το 2015 η ισλανδική κυβέρνηση ζήτησε από την ΕΕ να μην αντιμετωπίζει πλέον τη χώρα ως υποψήφια προς ένταξη.

    Το μεγάλο αγκάθι είναι η αλιεία

    Ο σημαντικότερος λόγος πίσω από το «όχι» βρίσκεται στη θάλασσα. Η αλιεία δεν αποτελεί απλώς έναν οικονομικό κλάδο για την Ισλανδία. Είναι μέρος της οικονομικής ιστορίας, της περιφερειακής ζωής και της εθνικής ταυτότητας της χώρας.

    Οι αντίπαλοι της επανέναρξης των συνομιλιών υποστήριξαν ότι η ένταξη στην ΕΕ θα μπορούσε να περιορίσει τον εθνικό έλεγχο στους αλιευτικούς πόρους και στις ποσοστώσεις. Η εφαρμογή της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα στις σχέσεις Ρέικιαβικ και Βρυξελλών.

    Ο φόβος δεν είναι θεωρητικός. Η αλιεία εξακολουθεί να έχει δυσανάλογα μεγάλη σημασία για την ισλανδική οικονομία, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 15% του ΑΕΠ και σχεδόν το 40% των εξαγωγικών εσόδων, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Reuters.

    Για τις αλιευτικές κοινότητες της περιφέρειας, επομένως, η συζήτηση για την ΕΕ δεν ήταν μια αφηρημένη πολιτική συζήτηση για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αφορούσε το ποιος θα αποφασίζει για τους θαλάσσιους πόρους, τις ποσοστώσεις και το μέλλον ενός κλάδου από τον οποίο εξαρτώνται ολόκληρες τοπικές οικονομίες.

    Η Ισλανδία είναι ήδη «μέσα» στην Ευρώπη

    Εδώ βρίσκεται και η ιδιαιτερότητα της ισλανδικής περίπτωσης. Η χώρα δεν είναι μέλος της ΕΕ, αλλά βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στον ευρωπαϊκό πυρήνα.

    Μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου συμμετέχει στην ενιαία αγορά, ενώ είναι επίσης μέλος της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών και του χώρου Σένγκεν. Αυτό σημαίνει ότι οι Ισλανδοί απολαμβάνουν μεγάλο μέρος των πλεονεκτημάτων της ευρωπαϊκής οικονομικής και ταξιδιωτικής ολοκλήρωσης χωρίς να συμμετέχουν ως πλήρες κράτος-μέλος στη λήψη των αποφάσεων της ΕΕ.

    Για πολλούς ψηφοφόρους αυτό το μοντέλο θεωρείται επαρκές. Η χώρα έχει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά και σημαντική οικονομική συνεργασία με την ΕΕ, χωρίς να έχει μεταφέρει στις Βρυξέλλες τον πλήρη έλεγχο σε κρίσιμους τομείς.

    Το βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών της ένταξης ήταν ακριβώς το αντίστροφο: η Ισλανδία εφαρμόζει ήδη σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κανόνων, αλλά χωρίς να διαθέτει ψήφο στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Η πλήρης ένταξη, υποστήριζαν, θα έδινε στη χώρα μεγαλύτερη επιρροή στις αποφάσεις που ούτως ή άλλως επηρεάζουν την οικονομία της.

    Η γεωγραφία έπαιξε τον δικό της ρόλο

    Το δημοψήφισμα αποκάλυψε και έναν έντονο γεωγραφικό διαχωρισμό. Η πρωτεύουσα Ρέικιαβικ και οι περισσότερο αστικές περιοχές εμφανίστηκαν σαφώς πιο θετικές προς την ευρωπαϊκή προοπτική, ενώ στις αγροτικές και παράκτιες περιοχές, όπου η αλιεία και η γεωργία έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα, το «όχι» ενισχύθηκε σημαντικά.

    Η εικόνα αυτή αποτυπώνει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το μέλλον της χώρας. Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια περισσότερο αστική και νεότερη Ισλανδία, η οποία βλέπει την ΕΕ ως πιθανή απάντηση στις οικονομικές και γεωπολιτικές αβεβαιότητες. Από την άλλη βρίσκεται ένα μεγάλο τμήμα της περιφέρειας που φοβάται ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα περιορίσει τον έλεγχο πάνω σε κρίσιμους εθνικούς πόρους.

    Ο παράγοντας οικονομία και γεωπολιτική

    Η συζήτηση για την ένταξη επανήλθε σε μια πολύ διαφορετική εποχή από εκείνη του 2009. Τότε η Ισλανδία βρισκόταν ακόμη υπό τη βαριά σκιά της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κατάρρευσης του τραπεζικού της συστήματος.

    Σήμερα η οικονομική εικόνα είναι διαφορετική, ενώ η συζήτηση για την ΕΕ έχει αποκτήσει έντονη γεωπολιτική διάσταση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι εξελίξεις στην Αρκτική και η αβεβαιότητα γύρω από τη μελλοντική στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην ευρωπαϊκή ασφάλεια έφεραν ξανά το ζήτημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στο προσκήνιο.

    Η κυβέρνηση της πρωθυπουργού Κρίστριν Φροστουνάντιρ είχε υποστηρίξει ότι η έναρξη συνομιλιών θα επέτρεπε στη χώρα να εξετάσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τα οφέλη και τις υποχρεώσεις μιας πιθανής ένταξης. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό δεν κατάφερε να υπερκεράσει την επιφυλακτικότητα απέναντι στην απώλεια ελέγχου σε βασικούς τομείς της εθνικής οικονομίας.

    Δεν πρόκειται για «Icelandic Brexit»

    Παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα αποτελεί πολιτική ήττα για την κυβέρνηση και πλήγμα για τις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες διεύρυνσης, δεν μπορεί να συγκριθεί ευθέως με το Brexit.

    Η Ισλανδία δεν εγκαταλείπει την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς δεν είναι μέλος της. Δεν αποχωρεί από την ενιαία αγορά, ούτε από τον χώρο Σένγκεν. Η υπάρχουσα σχέση της με την Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανέπαφη.

    Το μήνυμα των ψηφοφόρων είναι περισσότερο ότι προτιμούν το σημερινό μοντέλο συνεργασίας από την πλήρη ένταξη. Πρόκειται δηλαδή για μια επιλογή διαφορετικού τύπου ευρωπαϊκής σχέσης, όχι για απόρριψη της ευρωπαϊκής συνεργασίας στο σύνολό της.

    Τι σημαίνει το «όχι» για την Ευρώπη

    Για τις Βρυξέλλες, η ισλανδική απόφαση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ επιχειρεί να ενισχύσει την παρουσία και την επιρροή της στην ευρωπαϊκή ήπειρο και την Αρκτική.

    Η Ισλανδία θεωρούνταν μια ιδιαίτερα κοντινή υποψήφια, με ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και ήδη μεγάλη ενσωμάτωση στους ευρωπαϊκούς κανόνες. Η επανέναρξη των συνομιλιών θα μπορούσε να αποτελέσει σχετικά ομαλή προσθήκη στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

    Το αποτέλεσμα, επομένως, δεν αποτελεί απλώς ένα εσωτερικό ισλανδικό ζήτημα. Θέτει ένα ευρύτερο ερώτημα για το ίδιο το μοντέλο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: πόσο ελκυστική είναι η πλήρης ένταξη για χώρες που μπορούν ήδη να έχουν πρόσβαση σε σημαντικά τμήματα της ενιαίας αγοράς χωρίς να γίνουν μέλη;

    Για την ώρα, η απάντηση της Ισλανδίας είναι σαφής. Θέλει την Ευρώπη, αλλά με τους δικούς της όρους.Και πάνω απ’ όλα, θέλει να συνεχίσει να αποφασίζει η ίδια για τη θάλασσα, τους φυσικούς της πόρους και τις κρίσιμες επιλογές που συνδέονται με την εθνική της κυριαρχία.

    Related Articles

    - Advertisement -spot_img

    Latest Articles

    ΔημοσιεύσειςΔημοσίευση ΔιακήρυξηςΑναγγελία Γάμου