Άρθρο του Μιλτιάδη Ι. Καρπέτα, Δικηγόρου και Δημάρχου Μεταμόρφωσης, στα Αθηναϊκά Νέα.

Στα δημοκρατικά πολιτικά συστήματα, η ελευθερία γνώμης, λόγου και έκφρασης, αποτελεί δομικό στοιχείο των θεσμών και της λειτουργίας τους. Κατοχυρώνεται συνταγματικά, ως ατομικό δικαίωμα του πολίτη και αποτελεί θεμελιακό στοιχείο, που τα διαφοροποιεί από τα ολοκληρωτικά συστήματα. Επιμέρους εκδήλωσή του αποτελεί η πολιτική κριτική.
Κάθε ατομικό δικαίωμα έχει όρια. Πρέπει να ασκείται κατά τρόπο που να σέβεται τα δικαιώματα των άλλων. Ο περιορισμός είναι λογικός και αυτονόητος: χωρίς αυτόν, η κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων θα ήταν αδύνατη και τα ατομικά δικαιώματα χωρίς πραγματικό περιεχόμενο.

Μ’ άλλα λόγια, κάθε δικαίωμα που ασκείται, με τρόπο που προσβάλει δικαιώματα άλλων προσώπων, αποτελεί κατάχρηση, συνιστά παρανομία και ενδεχομένως επισύρει ποινικές και αστικές κυρώσεις.

Στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών διαδικασιών, η άσκηση του δικαιώματος έκφρασης, υπό τη μορφή πολιτικής κριτικής, είναι διευρυμένο, λόγω του εύλογου ενδιαφέροντος των συμμετεχόντων και των πολιτών για τη δημόσια δράση.
Κατά γενική παραδοχή, κατοχυρωμένη πολιτικά, θεωρητικά και νομολογιακά, η πολιτική κριτική είναι ελεύθερη και νομικά αποδεκτή, ακόμα και όταν είναι σκληρή ή ακραία.

Ό,τι λοιπόν, συνιστά πολιτική κριτική ούτε τιμωρείται ποινικά ούτε μπορεί κανείς να το «ποινικοποιήσει». Η «ποινικοποίηση» είναι έργο και αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας και δεν εξαρτάται από καμιά προσωπική πρόθεση ή επιλογή.
Οι ανθρώπινες συμπεριφορές είναι ποινικά κολάσιμες μόνο όταν προβλέπεται ρητά , με σαφήνεια και κατά αυστηρά ορισμένο τρόπο στον νόμο και όχι επειδή το ισχυρίζεται οποιοσδήποτε, με έγκληση ή μήνυση. Όποιος ασκεί κριτική, χωρίς να βρίζει και να συκοφαντεί, δεν έχει να φοβάται τίποτα και κανέναν.

Επομένως, ο όρος «ποινικοποίηση» της πολιτικής κριτικής, όταν διατυπώνεται καλόπιστα, υποδηλώνει απλώς άγνοια. Υπάρχουν, όμως, κι αυτοί που χρησιμοποιούν συνειδητά – και ενίοτε συστηματικά και καθ’ έξιν – τη σπίλωση, τη διαβολή και την κατασυκοφάντηση. Κι όταν καλούνται για εξηγήσεις, προσπαθούν να κρύψουν πίσω από την πολιτική κριτική, κακοήθειες, χυδαιότητες και κακοβουλίες, που εμπίπτουν στον ποινικό νόμο.
Το τι εμπίπτει και τι όχι στον ποινικό νόμο κρίνεται από τα Δικαστήρια. Όχι από Δημοτικά, Περιφερειακά, Υπουργικά ή οποιαδήποτε άλλα συμβούλια.

Αναρμοδίως και αντιδεοντολογικά και μάλλον κακόβουλα, εισήχθη και συζητήθηκε τέτοιο θέμα στο Δ.Σ Μεταμόρφωσης. Άσχετα, όμως, από κίνητρα και προθέσεις, ειπώθηκαν σημαντικά πράγματα, που μάλλον θα έκαναν να μετανιώσουν όσους επιδίωξαν ή υποβοήθησαν την άστοχη μεθόδευση.
Επισημαίνω ενδεικτικά τοποθετήσεις:

– «…. στο Δ.Σ πολλές φορές έχουν ανέβει πολύ οι τόνοι και χωρίς να το θέλουμε καμιά φορά ή εσκεμμένα κάποιες άλλες έχουν ειπωθεί πράγματα που μπορεί να οδηγήσουν σε νομικές συνέπειες».(Θ. Σφυρής).

Για το αθέλητα, ό, τι κι αν ειπωθεί, δίνονται εξηγήσεις και το θέμα συνήθως λήγει. Για το «εσκεμμένα και συστηματικά, όμως , δεν πρέπει να επέλθουν κάποτε έννομες συνέπειες; Προφανώς ναι, για κάθε λογικό άνθρωπο. Όχι μόνο για λόγους προσωπικής προστασίας αλλά και για λόγους πολιτικής παιδαγωγικής.

-«Υπάρχουν όρια, να είμαστε ξεκάθαροι σ’ αυτό», «Βάζεις ένα πολιτικός μπροστά και λες ό, τι θέλεις; Δεν είναι έτσι.». «Όποιος αισθάνεται ότι θίγεται η προσωπικότητά του, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει». (Σ.Νάνος)

-«Άλλο πολιτική κριτική, άλλο να θίγουμε προσωπικότητες. Αν ξεπεραστεί το όριο (…..) ενδεχομένως να θιγεί η προσωπικότητα και ότι καθένας μας σέρνει πίσω του, οικογένεια, παιδιά…..» (Δ. Πεπαρίδης)

Οι παραπάνω τοποθετήσεις -και όχι μόνον αυτές-, έξω από μικρότητες και ευτελείς υπολογισμούς, με ευπρέπεια, ήθος και υψηλό αίσθημα δημόσιας ευθύνης, αποδοκίμασαν τη μεθόδευση και ξεκαθάρισαν προς κάθε ενδιαφερόμενο ότι όσοι δεν έχουν όρια, έχουν και την ευθύνη των λόγων και των πράξεών τους.

Κι ακόμα: ότι η ελευθερία της έκφρασης οφείλει να συνδυάζεται με τον σεβασμό και των άλλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here