Την αντίθεσή της στη νομοθετική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία» εξέφρασε η Μαρία Καρυστιανού, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια προσέγγιση ενδέχεται να ενισχύσει την αντίληψη πως οι γυναίκες ανήκουν εκ προοιμίου στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Παράλληλα, έδωσε έμφαση στην ανάγκη λήψης προληπτικών μέτρων για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας.
Η πρόεδρος του κόμματος «Ελπίδα για Δημοκρατία» κλήθηκε να τοποθετηθεί δημόσια σχετικά με τον όρο «γυναικοκτονία», μετά τις πρόσφατες δηλώσεις της δικηγόρου και στενής συνεργάτιδάς της, Μαρίας Γρατσία, η οποία είχε εκφράσει την άποψη ότι η συγκεκριμένη νομική και κοινωνική έννοια εισάγει διακρίσεις μεταξύ των φύλων.
Μιλώντας σε τηλεοπτική συνέντευξη, η Μαρία Καρυστιανού δήλωσε ότι συμμερίζεται τη συγκεκριμένη προσέγγιση, υποστηρίζοντας πως ο όρος αναδεικνύει μια διάκριση ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες και εντάσσει τις τελευταίες σε μια κατηγορία που συνδέεται με την ευαλωτότητα και την αδυναμία.
Όπως ανέφερε, δεν θεωρεί ότι οι γυναίκες αποτελούν «αδύναμο φύλο», επισημαίνοντας ότι η ουσιαστική ισότητα και η θέση που τους αναλογεί στην κοινωνία παραμένουν ζητούμενα. Κατά την άποψή της, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η διαφορά στη σωματική δύναμη μεταξύ των φύλων, αλλά οι κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες που επιτρέπουν την εκδήλωση ακραίων περιστατικών βίας.
Η πρόεδρος του κόμματος υποστήριξε ακόμη ότι η δημόσια συζήτηση πρέπει να επικεντρωθεί στην πρόληψη και όχι αποκλειστικά στην ονομασία του εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί συχνά το πρώτο στάδιο μιας κλιμάκωσης που μπορεί να οδηγήσει σε βαρύτερες εγκληματικές πράξεις, υπογραμμίζοντας την ανάγκη αυστηρότερου νομοθετικού πλαισίου και αποτελεσματικότερων παρεμβάσεων.
Η κ. Καρυστιανού σημείωσε ότι το κόμμα της επεξεργάζεται συγκεκριμένες προτάσεις για την αντιμετώπιση του φαινομένου, οι οποίες θα παρουσιαστούν στο πλαίσιο του συνολικού πολιτικού του προγράμματος.
Αναφερόμενη στη γενικότερη πολιτική παρουσία του νέου σχηματισμού, σχολίασε και τα ευρήματα πρόσφατων δημοσκοπήσεων που εμφανίζουν το κόμμα σε υψηλές θέσεις εκλογικής επιρροής. Όπως δήλωσε, η στρατηγική και οι προτεραιότητες της παράταξης δεν καθορίζονται από τις μετρήσεις της κοινής γνώμης, αλλά από την ολοκλήρωση των προγραμματικών θέσεων και τη δημόσια συζήτησή τους με τους πολίτες.
Σύμφωνα με την ίδια, στόχος είναι η διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πολιτικού πλαισίου μέσα από διαβούλευση και ανταλλαγή απόψεων, προτού το κόμμα προχωρήσει στην πλήρη παρουσίαση των προτάσεών του για τα μείζονα κοινωνικά και θεσμικά ζητήματα.


