Δεν είναι μόνο η τιμή του λίτρου. Είναι το κομμάτι του μισθού που εξαφανίζεται κάθε φορά που γεμίζει το ρεζερβουάρ. Στην Ελλάδα, ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό χρειάζεται πλέον περισσότερο από το 10% του μηνιαίου εισοδήματός του για 50 λίτρα καυσίμου, σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή κρίση επηρεάζει ήδη το κόστος μετακίνησης, μεταφορών και προϊόντων.
Η εικόνα της ακρίβειας στα καύσιμα αλλάζει όταν η τιμή της αντλίας συγκρίνεται με τον μισθό. Και αυτή η σύγκριση αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια την πίεση που δέχεται ένα νοικοκυριό από τις συνεχείς ανατιμήσεις.
Στην Ελλάδα, τα στοιχεία της 21ης Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι για ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων απαιτείται ποσό που αντιστοιχεί στο 10,2% του μηνιαίου μικτού κατώτατου μισθού για τη βενζίνη και στο 10,4% για το diesel. Ο ελληνικός κατώτατος μισθός έχει διαμορφωθεί στα 920 ευρώ από την 1η Απριλίου 2026.
Η μεταβολή γίνεται πιο αισθητή αν συγκριθεί με την κατάσταση πριν από την ένταση στη διεθνή αγορά πετρελαίου. Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η μέση τιμή του diesel αυξήθηκε από 1,594 ευρώ το λίτρο στις 23 Φεβρουαρίου σε 2,226 ευρώ στις 21 Σεπτεμβρίου, δηλαδή κατά περίπου 40%. Την ίδια περίοδο η μέση τιμή της βενζίνης αυξήθηκε από 1,637 σε 2,092 ευρώ το λίτρο.
Για τον καταναλωτή, αυτό σημαίνει ότι η αύξηση δεν περιορίζεται στο πρατήριο. Όταν το κόστος μετακίνησης ανεβαίνει, επηρεάζεται ολόκληρος ο προϋπολογισμός ενός εργαζομένου που χρησιμοποιεί καθημερινά αυτοκίνητο για να φτάσει στη δουλειά του. Το περιθώριο που απομένει μετά την πληρωμή των καυσίμων είναι μικρότερο για ενοίκιο, τρόφιμα, λογαριασμούς και άλλες βασικές ανάγκες.
Η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική χώρα όπου η βενζίνη καταλαμβάνει πάνω από το ένα δέκατο του κατώτατου μισθού, όμως βρίσκεται σε αυτή την ομάδα μαζί με τη Λετονία, την Τουρκία, τη Ρουμανία, την Τσεχία, την Εσθονία και τη Σλοβακία. Στον αντίποδα, η αντίστοιχη αναλογία στο Λουξεμβούργο είναι 3,3%, ενώ στην Ιρλανδία 4,1%.
Η διαφορά δεν οφείλεται μόνο στο πόσο ακριβό είναι το καύσιμο σε κάθε χώρα. Καθοριστικό ρόλο παίζει και το ύψος των μισθών. Η ίδια ποσότητα βενζίνης μπορεί να έχει εντελώς διαφορετική επίπτωση στο διαθέσιμο εισόδημα ενός εργαζομένου ανάλογα με τις αποδοχές του.
Το diesel δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη πίεση σε αρκετές οικονομίες. Στην Ελλάδα, τα 50 λίτρα αντιστοιχούν στο 10,4% του κατώτατου μισθού, ενώ στη Βουλγαρία η ίδια δαπάνη φτάνει το 15,4%. Στο Λουξεμβούργο περιορίζεται στο 3,8%.
Η άνοδος των καυσίμων έχει παράλληλα και δεύτερο γύρο επιπτώσεων. Το diesel αποτελεί βασικό κόστος για φορτηγά, επαγγελματικά οχήματα και την εφοδιαστική αλυσίδα. Όσο αυξάνεται το κόστος μεταφοράς, μεγαλώνει η πίεση για ανατιμήσεις σε προϊόντα και υπηρεσίες, μεταφέροντας μέρος της ενεργειακής κρίσης από το πρατήριο στο ράφι.
Στην Ελλάδα έχουν ήδη ληφθεί προσωρινά μέτρα για να περιοριστεί η επιβάρυνση. Από την 1η έως τις 15 Οκτωβρίου η επιδότηση στο diesel αυξήθηκε στα 15 λεπτά το λίτρο, σε μια παρέμβαση που έχει σχεδιαστεί ειδικά για να συγκρατήσει το κόστος του πετρελαίου κίνησης.
Ωστόσο, όσο οι διεθνείς τιμές παραμένουν υψηλές, η παρέμβαση λειτουργεί κυρίως ως ανάχωμα και όχι ως μόνιμη λύση. Για τον εργαζόμενο που χρειάζεται καθημερινά το αυτοκίνητο, το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι πλέον μόνο πόσο αυξήθηκε η βενζίνη ή το diesel, αλλά πόσο μεγαλύτερο τμήμα του μισθού του χρειάζεται για να συνεχίσει να μετακινείται.
Και αυτό είναι το πραγματικό κόστος της νέας ενεργειακής πίεσης: ένα μέρος του εισοδήματος που μέχρι πριν από λίγους μήνες μπορούσε να κατευθυνθεί σε άλλες ανάγκες, σήμερα καταλήγει στην αντλία.


