Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026 θα έχουν τη δυνατότητα ελεύθεροι επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι να αμφισβητήσουν το τεκμαρτό εισόδημα που τους αποδίδει η φορολογική διοίκηση, μέσω της ειδικής πλατφόρμας της ΑΑΔΕ, σε μια διαδικασία που συνοδεύεται από εκτεταμένους φορολογικούς ελέγχους και λεπτομερή καταγραφή της οικονομικής και περιουσιακής τους εικόνας.
Μια νέα πραγματικότητα διαμορφώνεται για χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους, καθώς ενεργοποιείται πλήρως ο μηχανισμός αμφισβήτησης του τεκμαρτού εισοδήματος μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας myBusinessSupport της ΑΑΔΕ. Η διαδικασία αφορά όσους θεωρούν ότι το εισόδημα που τους υπολογίζεται με βάση τα τεκμήρια και τα νέα φορολογικά κριτήρια είναι υψηλότερο από το πραγματικό τους εισόδημα και επιθυμούν να ζητήσουν επανεξέταση από τη φορολογική διοίκηση.
Η προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων έχει οριστεί έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2026, ενώ ειδικά για τους επαγγελματίες που τηρούν απλογραφικά βιβλία προβλέπεται παράταση έως τις 29 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, η διαδικασία μόνο τυπική δεν θεωρείται, καθώς η αμφισβήτηση του τεκμαρτού εισοδήματος συνεπάγεται ουσιαστικά πλήρη φορολογικό έλεγχο του αιτούντος.
Σύμφωνα με το πλαίσιο που έχει τεθεί σε εφαρμογή, βασική προϋπόθεση για να μπορέσει κάποιος να υποβάλει αίτηση είναι να έχει προηγηθεί η οριστική υποβολή της φορολογικής δήλωσης. Από εκεί και πέρα, η φορολογική διοίκηση εξετάζει συνολικά την οικονομική εικόνα του φορολογούμενου, επιχειρώντας να διαπιστώσει αν πράγματι τα πραγματικά εισοδήματα υπολείπονται εκείνων που υπολογίζονται τεκμαρτά.
Στην πράξη, όσοι προχωρήσουν στη διαδικασία θα κληθούν να ανοίξουν πλήρως τον οικονομικό τους φάκελο απέναντι στην εφορία. Το ειδικό ερωτηματολόγιο που συνοδεύει την αίτηση περιλαμβάνει αναλυτικά στοιχεία για το σύνολο της οικονομικής και καταναλωτικής δραστηριότητας του φορολογούμενου, από ακίνητα και τραπεζικές καταθέσεις μέχρι έξοδα διαβίωσης, μετακινήσεις και ιδιωτικές δαπάνες.
Ειδικότερα, οι ενδιαφερόμενοι καλούνται να δηλώσουν στοιχεία για κύριες και δευτερεύουσες κατοικίες, ιδιόκτητα ή μισθωμένα ακίνητα, αυτοκίνητα, σκάφη ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, ενώ εξετάζονται και οι τραπεζικές κινήσεις, οι αποταμιεύσεις, οι συμμετοχές σε επενδυτικά προϊόντα, όπως μετοχές και ομόλογα, αλλά και καθημερινές δαπάνες που συνδέονται με το βιοτικό επίπεδο.
Παράλληλα, στο μικροσκόπιο μπαίνουν δαπάνες για ταξίδια, δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων ή φροντιστηρίων, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, ασφαλιστικές υποχρεώσεις και γενικότερα κάθε στοιχείο που μπορεί να αποτυπώσει το πραγματικό οικονομικό προφίλ του επαγγελματία. Στόχος της διαδικασίας είναι να διαπιστωθεί εάν υπάρχει απόκλιση ανάμεσα στα δηλωθέντα εισοδήματα και στις πραγματικές δυνατότητες κατανάλωσης και διαβίωσης.
Η εφαρμογή του συστήματος εντάσσεται στη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης και της φορολογικής διοίκησης για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και την ενίσχυση της διαφάνειας στα εισοδήματα των ελεύθερων επαγγελματιών, μια κατηγορία που βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της φορολογικής πολιτικής.
Ωστόσο, η νέα διαδικασία προκαλεί ήδη έντονο προβληματισμό σε επαγγελματικούς και επιστημονικούς φορείς. Πολλοί εκφράζουν φόβους ότι η αντιστροφή του βάρους απόδειξης δημιουργεί ένα ιδιαίτερα πιεστικό περιβάλλον για τους επαγγελματίες, οι οποίοι καλούνται ουσιαστικά να αποδείξουν ότι δεν αποκρύπτουν εισοδήματα.
Παράλληλα, υπάρχουν ανησυχίες για το εύρος των προσωπικών οικονομικών στοιχείων που θα τεθούν υπό εξέταση, αλλά και για τον χρόνο ολοκλήρωσης των ελέγχων, καθώς εκτιμάται ότι ο μεγάλος αριθμός αιτήσεων μπορεί να δημιουργήσει καθυστερήσεις και πρόσθετη γραφειοκρατική επιβάρυνση.
Από την άλλη πλευρά, στελέχη της φορολογικής διοίκησης υποστηρίζουν ότι η δυνατότητα αμφισβήτησης του τεκμαρτού εισοδήματος αποτελεί δικλείδα προστασίας για όσους πραγματικά εμφανίζουν χαμηλότερα εισοδήματα και θεωρούν άδικη τη φορολογική επιβάρυνση που προκύπτει από τα τεκμήρια.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η εφαρμογή του μέτρου θα αποτελέσει ουσιαστικά το πρώτο μεγάλο τεστ για τη λειτουργία του νέου συστήματος φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών και για τις αντοχές της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στους φορολογούμενους και τη φορολογική διοίκηση.


