Σε μια προσπάθεια να μπει τάξη στο μοντέλο του ελληνικού τουρισμού και να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις από τον υπερτουρισμό, η κυβέρνηση προχωρά σε νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο που αλλάζει ριζικά τους κανόνες ανάπτυξης σε όλη τη χώρα.
Σε νέα φάση μπαίνει ο σχεδιασμός για τον ελληνικό τουρισμό, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, σε μια συγκυρία όπου η εκρηκτική ανάπτυξη του κλάδου, οι πιέσεις σε δημοφιλείς προορισμούς και οι συγκρούσεις γύρω από μεγάλες επενδύσεις έχουν αναδείξει τα όρια του υφιστάμενου μοντέλου.
Το σχέδιο, που παρουσιάζουν οι αρμόδιοι υπουργοί, επιχειρεί να αντικαταστήσει την ενιαία αντιμετώπιση των περιοχών με ένα σύστημα διαφοροποιημένης διαχείρισης, ανάλογα με τις αντοχές και τα χαρακτηριστικά κάθε προορισμού.
Στον πυρήνα του νέου πλαισίου βρίσκεται η κατηγοριοποίηση της χώρας σε πέντε ζώνες ανάπτυξης, από Περιοχές Ελεγχόμενης Ανάπτυξης έως Περιοχές Υψηλής Ενίσχυσης, οι οποίες θα καθορίζουν τους όρους δόμησης, τα όρια κλινών, τα επενδυτικά κίνητρα και τους περιβαλλοντικούς περιορισμούς.
Στις Περιοχές Ελεγχόμενης Ανάπτυξης, όπου περιλαμβάνονται ήδη κορεσμένοι τουριστικοί προορισμοί όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη, το βάρος μετατοπίζεται από την επέκταση στην ποιοτική αναβάθμιση. Προβλέπονται αυστηρότερα όρια για νέες μονάδες, έμφαση στον εκσυγχρονισμό των υφιστάμενων υποδομών και ειδικό τέλος υπέρ του Πράσινου Ταμείου για τουριστικές δραστηριότητες.
Σε αυτές τις περιοχές, ο αριθμός κλινών για νέες μονάδες αναμένεται να περιοριστεί σημαντικά, με τα όρια να διαμορφώνονται χαμηλότερα σε σχέση με πιο αναπτυσσόμενες ζώνες, όπου προβλέπεται μεγαλύτερη ευελιξία, ακόμη και έως 350 κλίνες ανά επένδυση.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο εισάγει για πρώτη φορά συστηματικούς περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση τύπου Airbnb, δίνοντας τη δυνατότητα επιβολής χωρικών κανόνων σε περιοχές με έντονη τουριστική πίεση, τόσο ως προς τη διάρκεια όσο και ως προς τη συγκέντρωση ακινήτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον νησιωτικό χώρο, με διαφοροποίηση ακόμη και μεταξύ γειτονικών περιοχών ανάλογα με το επίπεδο επιβάρυνσης. Μικρά νησιά και ευαίσθητες περιοχές, όπως η Ύδρα, η Πάτμος και το Καστελλόριζο, εντάσσονται σε καθεστώς ήπιας ανάπτυξης με αυστηρούς περιορισμούς στη δόμηση.
Σημαντική τομή αποτελεί και η εισαγωγή της έννοιας της φέρουσας ικανότητας, καθώς πλέον μεγάλες τουριστικές επενδύσεις θα πρέπει να τεκμηριώνουν ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια που αντέχουν οι υποδομές, το περιβάλλον και οι τοπικές κοινωνίες.
Στις παράκτιες ζώνες προβλέπεται απαγόρευση δόμησης κοντά στον αιγιαλό, ενώ σε προστατευόμενες περιοχές επιτρέπονται μόνο ήπιες μορφές τουρισμού, σύμφωνα με εγκεκριμένα σχέδια διαχείρισης.
Το νέο χωροταξικό έρχεται να καλύψει ένα θεσμικό κενό 14 ετών, σε μια περίοδο όπου ο υπερτουρισμός, οι ελλείψεις υποδομών και οι αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών έχουν αναδείξει την ανάγκη για νέο σχεδιασμό.
Παράλληλα, συνδέεται με το Ταμείο Ανάκαμψης και προβλέπει ότι για ορισμένες κατηγορίες επενδύσεων θα απαιτείται ειδική αξιολόγηση φέρουσας ικανότητας, ενισχύοντας τον ρόλο του περιβαλλοντικού και χωροταξικού ελέγχου.
Το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να αποτελέσει τον «οδικό χάρτη» του ελληνικού τουρισμού για τα επόμενα χρόνια, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην επενδυτική ανάπτυξη και στη διατήρηση των φυσικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών των προορισμών που στηρίζουν τον κλάδο.


