Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης και τα παραδείγματα κινημάτων και αντίστασης αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της παράδοσης της πόλης μας. Μια τέτοια περίπτωση ήταν ο αγώνας για την αυτοστέγαση των προσφύγων στα τέλη της δεκαετίας του 1950.

Οι πρόσφυγες αφού συγκρότησαν εξαρχής συλλογικότητες (προσφυγικά σωματεία, αθλητικούς συλλόγους κ.λπ.) εξέφρασαν αρκετές φορές την αντίθεση τους στα κυβερνητικά σχέδια της εποχής τα οποία απαιτούσαν την εκκένωση των προσφυγικών παραπηγμάτων και το γκρέμισμα τους. Η άρνηση συναίνεσης στη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων της Δραπετσώνας προκάλεσε ανεξέλεγκτη αστυνομική βία σε βάρος όσων υπερασπίζονταν την παράγκα τους και σηματοδότησε την έναρξη μιας περιόδου τρομοκράτησης και άγριας καταστολής κατά των κατοίκων.

Το πρωί της 14ης Νοεμβρίου του 1960 η σύγκρουση θα κορυφωθεί και θα πραγματοποιηθεί μεγάλη έφοδος της αστυνομίας και συνεργείων κατεδάφισης απέναντι στους κατοίκους της πόλης της Δραπετσώνας. Οι γυναίκες θα πρωτοστατήσουν στην ιστορική «μάχη της παράγκας» και θα δώσουν έναν αγώνα ζωής και αξιοπρέπειας, στέλνοντας σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση ότι «Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί».

Επισυνάπτουμε το εκτενές ιστορικό αφιέρωμα για τα γεγονότα της «Μάχης της Παράγκας» όπως τα περιέγραψε η Ιστορικός και συγγραφέας Eleni Kyramargiou:

Δραπετσώνα, 14 Νοεμβρίου 1960,

Το πρωί της Δευτέρας 14 Νοεμβρίου του 1960, τμήμα του συνοικισμού της Δραπετσώνας αποκλείστηκε από 1.000 αστυνομικούς. Οι προθεσμίες και οι παρατάσεις για την οικειοθελή κατεδάφιση των παραπηγμάτων και την απομάκρυνση των «ιδιοκτητών» τους είχαν παρέλθει χωρίς επιτυχία, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες αρχές να αποφασίσουν την βίαιη εκκένωση της περιοχής και το γκρέμισμα των παραπηγμάτων ώστε να αρχίσει η εφαρμογή του κρατικού σχεδίου αποκατάστασης. Στα περισσότερα σπίτια, βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροντες, μιας και οι βάρδιες στα εργοστάσια και το λιμάνι είχαν ήδη ξεκινήσει. Μόλις δόθηκε το σύνθημα για την κατεδάφιση, οι αστυνομικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τους παραπηγματούχους, κυρίως τις γυναίκες του συνοικισμού, που όρμησαν εναντίον των αστυνομικών και των μηχανημάτων. Μόλις τέσσερα παραπήγματα πρόλαβαν να γκρεμιστούν, πριν διαταχθεί η αναστολή της κατεδάφισης. Η μάχη εκείνου του πρωινού αποτελεί την ηρωικότερη στιγμή του πολύμορφου κινήματος που αναπτύχθηκε το 1960 στις γειτονιές της Δραπετσώνας, ενός κινήματος δυναμικού και αποφασισμένου να μην υποχωρήσει, όχι γιατί ήθελε να συνεχίσει να ζει στα ξύλινα δωμάτια με πισσόχαρτο στη στέγη, χωρίς νερό και με κοινόχρηστα αποχωρητήρια, αλλά γιατί πίστευε ότι μετά από τόσα χρόνια και τόσες στερήσεις δικαιούταν ένα καλύτερο σπίτι από αυτό που σχεδίαζε το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Στη Δραπετσώνα, στις 14 Νοεμβρίου του 1960 δεν συγκρούστηκαν δύο διαφορετικά πρότυπα ζωής, δύο διαφορετικές νοοτροπίες: το σπιτάκι με το γεράνι και το διαμέρισμα της πολυκατοικίας. Η «μάχη» δεν δόθηκε απέναντι στο διαμέρισμα σε πολυκατοικία που πρόσφερε το κρατικό στεγαστικό πρόγραμμα, αλλά κυρίως απέναντι στα κριτήρια που αυτό έθετε. Η δυναμική και η ένταση των κινητοποιήσεων αυτών θυμίζει τις απεργίες του Μεσοπολέμου στην πύλη της Εταιρείας Λιπασμάτων, παράλληλα, ανταποκρίνεται στην κυρίαρχη εικόνα για τη Δραπετσώνα, την κόκκινη γειτονιά των προσφύγων και των εργατών.Το 1960 η Δραπετσώνα ήταν μια κόκκινη γειτονιά, μια «επικίνδυνη» γειτονιά για την κρατική εξουσία – και με το πολιτικό της στίγμα έτσι όπως προσδιοριζόταν μέσα από τα εκλογικά αποτελέσματα. Η αποφασιστική αντίδραση των κατοίκων της αποτύπωνε τις αλλαγές που είχαν συντελεστεί. Δεν έμοιαζαν άβουλοι και φοβισμένοι όπως τα προηγούμενα χρόνια. Ο πόλεμος, και κυρίως η πολιτικοποίηση της καθημερινότητας που δημιούργησε η συμμετοχή στην αντίσταση, η βιαιότητα των γεγονότων του Δεκέμβρη του 1944, τα συρματοπλέγματα μέσα στον συνοικισμό, οι διώξεις, οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις, οι αδιάκοπες προσαγωγές, και ιδίως η λειτουργία της φυλακής, είχαν αλλάξει τους κατοίκους του συνοικισμού. Είχε εμπεδωθεί πλέον μια διαφορετική συνείδηση στους πρώην ακραιφνείς βενιζελικούς πρόσφυγες. Ιδεολογικά, πολιτικά και ταξικά βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο από εκείνο της μεταπολεμικής κοινωνικοπολιτικής νομιμότητας. Στο στρατόπεδο των ηττημένων του Εμφυλίου, που δεν είχαν ενδώσει στην τρομοκρατία του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Η «μάχη της παράγκας» ήταν για τους περισσότερους μια παραδοχή της κοινωνική τους θέσης, των επιλογών τους, της ιστορία τους. Μια παραδοχή της ίδια τους της ζωή. Ασχέτως αποτελέσματος, η «μάχη» αυτή υπήρξε για πολλά χρόνια τίτλος τιμής για όσους συμμετείχαν. Και παρέμεινε τέτοιος για όσους την θυμούνται μέχρι σήμερα.

* οι φωτογραφίες από το πρωτοσέλιδο της Αυγής την επομένη.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here