Νέες διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη, ο οποίος οδηγείται ενώπιον του ανακριτή, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζεται κανονικά η τηλεοπτική εκπομπή πώλησης έργων τέχνης που συνδεόταν με τη δραστηριότητά του.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης αναμένεται να απολογηθεί σήμερα, με τις εξελίξεις να «τρέχουν» γύρω από τη δράση του στον χώρο της τέχνης. Παρά τη δικαστική εξέλιξη, η εκπομπή μέσω της οποίας προωθούνταν έργα τέχνης και κοσμήματα εξακολουθεί να προβάλλεται, με διαφορετικό παρουσιαστή.
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκεται, μεταξύ άλλων, ένα σπάνιο Ευαγγέλιο του 1745, τυπωμένο στη Βενετία, το οποίο – σύμφωνα με τον ίδιο – απέκτησε πρόσφατα από το εξωτερικό. Ωστόσο, εγείρονται σοβαρά ερωτήματα τόσο για τη νομιμότητα διακίνησής του όσο και για την αυθεντικότητα άλλων αντικειμένων που φέρεται να διακινούσε μέσω της γκαλερί του.
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις φαίνεται να διαδραμάτισε ηλεκτρονική επιστολή Κύπριου βυζαντινολόγου, η οποία εστάλη το βράδυ της 18ης Μαρτίου και προκάλεσε την άμεση κινητοποίηση των Αρχών. Στο μήνυμα επισημαινόταν ότι το συγκεκριμένο έντυπο εμπίπτει στη νομοθεσία περί αρχαιοτήτων και δεν επιτρέπεται η εμπορική του εκμετάλλευση, ενώ ιδιαίτερη αναφορά γινόταν και στη βιβλιοδεσία του, η οποία χρονολογείται από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Παράλληλα, η αστυνομική έρευνα φέρεται να κατέδειξε ότι σημαντικός αριθμός έργων τέχνης που αποδίδονταν σε γνωστούς δημιουργούς ήταν στην πραγματικότητα απομιμήσεις. Μάλιστα, η Δημήτρης Μυταράς αναφέρθηκε στην υπόθεση μέσω δήλωσης της χήρας του, η οποία ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε καμία σχέση με τον κατηγορούμενο.
Οι αποκαλύψεις φέρνουν στο φως και παλαιότερες καταγγελίες, που είχαν υποβληθεί ήδη από το 2024, χωρίς τότε να οδηγήσουν σε επαρκή στοιχεία για την προώθηση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Στέλιος Γκαρίπης, είχαν εντοπιστεί συνολικά τέσσερα κυκλώματα εμπορίας πλαστών έργων τέχνης, εκ των οποίων δύο έχουν ήδη παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη, ενώ η συγκεκριμένη περίπτωση ξεχωρίζει λόγω της δραστηριότητάς της μέσω τηλεοπτικής εκπομπής, με ελλιπή διαφάνεια.
Οι έρευνες συνεχίζονται, με τις Αρχές να εξετάζουν το εύρος της υπόθεσης και τις πιθανές προεκτάσεις της στην αγορά έργων τέχνης.


