Υπό την πίεση της ακρίβειας και της αβεβαιότητας, τα ελληνικά νοικοκυριά περιορίζουν τις αγορές τους στα απολύτως απαραίτητα, με το κόστος του πασχαλινού τραπεζιού να καταγράφει σημαντική άνοδο σε σχέση με πέρυσι.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής και έντονης αβεβαιότητας, οι καταναλωτές καλούνται φέτος να προετοιμάσουν το πασχαλινό τραπέζι με μεγαλύτερη προσοχή και περιορισμούς. Η ακρίβεια, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες που προκαλεί η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ενισχύει τους φόβους για νέες ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά το επόμενο διάστημα.
Το Πάσχα του 2026 αποτυπώνεται ως μία περίοδος αυξημένων τιμών, με τους καταναλωτές να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους, επιλέγοντας στοχευμένες αγορές και δίνοντας προτεραιότητα στα απολύτως αναγκαία. Η γενική εικόνα δείχνει πως το φετινό τραπέζι είναι ακριβότερο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, με αυξήσεις που κυμαίνονται από 7,8% έως και 20%, ανάλογα με τις εκτιμήσεις.
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ, το κόστος για ένα τραπέζι 4 έως 6 ατόμων διαμορφώνεται μεταξύ 107,20 και 156,20 ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση σε σύγκριση με το 2025. Από την πλευρά του, το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά τοποθετεί το κόστος για τέσσερα άτομα μεταξύ 135 και 150 ευρώ, ενώ το ΙΝΚΑ εκτιμά ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση, με το συνολικό κόστος για 6 έως 8 άτομα να φτάνει τα 412,29 ευρώ.
Στο επίκεντρο των αυξήσεων βρίσκεται ο παραδοσιακός οβελίας, με τις τιμές των αμνοεριφίων να παραμένουν υψηλές. Για πέντε κιλά αρνί, το κόστος διαμορφώνεται στα 69 ευρώ, ενώ για αντίστοιχη ποσότητα κατσικιού φτάνει τα 74 ευρώ, καταγράφοντας αυξήσεις άνω του 11% σε σχέση με πέρυσι. Ανοδική πορεία καταγράφει και το κοτόπουλο, παρά το γεγονός ότι αποτελεί πιο οικονομική επιλογή.
Σημαντικές ανατιμήσεις σημειώνονται και στα οπωροκηπευτικά, με αρκετά προϊόντα να εμφανίζουν αυξήσεις σε διψήφια ποσοστά. Πατάτες, καρότα, τομάτες, σπανάκι, αγγούρια και μαρούλια κοστίζουν περισσότερο σε σχέση με πέρυσι, επιβαρύνοντας περαιτέρω το συνολικό κόστος του τραπεζιού.
Αυξημένες είναι και οι τιμές σε παραδοσιακά πασχαλινά προϊόντα, όπως τα αυγά και τα τσουρέκια. Οι τιμές διαφοροποιούνται ανάλογα με το σημείο πώλησης, με τα εξειδικευμένα καταστήματα να εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με τα σούπερ μάρκετ.
Οι ανατιμήσεις αποδίδονται κυρίως στην αύξηση του κόστους παραγωγής και μεταφοράς, στην άνοδο των τιμών της ενέργειας, αλλά και στις επιπτώσεις από ζωονόσους που επηρέασαν την παραγωγή. Παράλληλα, η χρονική εγγύτητα μεταξύ ορθόδοξου και καθολικού Πάσχα ενισχύει τη ζήτηση, πιέζοντας περαιτέρω τις τιμές.
Η φετινή αγορά χαρακτηρίζεται από τη μετάβαση σε ένα μοντέλο πιο επιλεκτικής κατανάλωσης. Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιά, Βασίλης Κορκίδης, διαμορφώνεται μια «αγορά δύο ταχυτήτων»: από τη μία τα σούπερ μάρκετ που απορροφούν μέρος των αυξήσεων μέσω προσφορών και από την άλλη τα παραδοσιακά καταστήματα που διατηρούν υψηλότερες τιμές, προσφέροντας όμως ποιοτικά προϊόντα.
Την ίδια στιγμή, οι καταναλωτές αλλάζουν τις συνήθειές τους: αναζητούν χαμηλότερες τιμές, επιλέγουν φθηνότερες λύσεις, περιορίζουν τις ποσότητες και προχωρούν σε πιο έγκαιρες αγορές για να «κλειδώσουν» τιμές. Το αποτέλεσμα είναι ένα πασχαλινό τραπέζι πιο λιτό, που αντικατοπτρίζει τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και την ανάγκη για αυστηρότερο έλεγχο των δαπανών.


