Νέα δεδομένα για το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών δημιουργεί η επιστροφή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε αυξήσεις επιτοκίων. Από τις 16 Σεπτεμβρίου το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ βρίσκεται στο 2,50%, μετά την αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ οι ελληνικές τράπεζες καλούνται να διαχειριστούν ένα περιβάλλον στο οποίο το κόστος του χρήματος μπορεί να αυξηθεί ξανά. Η εξέλιξη επηρεάζει κυρίως τα νέα και κυμαινόμενα δάνεια, ενώ οι επιπτώσεις για επιχειρήσεις και νοικοκυριά θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση της ανόδου.
Η απόφαση της ΕΚΤ στις 10 Σεπτεμβρίου ανέτρεψε την εικόνα που είχε διαμορφωθεί τους προηγούμενους μήνες. Τα τρία βασικά επιτόκια αυξήθηκαν κατά 0,25 μονάδες, με το επιτόκιο καταθέσεων να διαμορφώνεται στο 2,50%, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης στο 2,65% και το οριακό επιτόκιο δανεισμού στο 2,90%.
Η κίνηση συνδέεται με την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, σε ένα περιβάλλον όπου το ενεργειακό κόστος και οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν νέες αβεβαιότητες. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 2,5% το 2027 και στο 2,1% το 2028.
Για τις ελληνικές τράπεζες, το κρίσιμο ζήτημα είναι πλέον ο τρόπος με τον οποίο η αύξηση του κόστους χρήματος θα μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία.
Ήδη πάνω από 4% το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Ιούλιο αποτυπώνουν ήδη ένα περιβάλλον σχετικά υψηλών επιτοκίων.
Το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις διαμορφώθηκε στο 4,67%, ενώ για τα υφιστάμενα δάνεια αυξήθηκε στο 4,81%.
Στα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, το μέσο επιτόκιο των νέων χορηγήσεων βρισκόταν στο 3,53%. Στα νέα επιχειρηματικά δάνεια ορισμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 4,21%, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαμορφωνόταν στο 4,45%.
Ακόμη υψηλότερο ήταν το κόστος για μικρότερα δάνεια. Για χρηματοδοτήσεις έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο έφτασε το 5,07%, ενώ για δάνεια από 250.000 έως 1 εκατ. ευρώ διαμορφώθηκε στο 4,52%. Για ποσά άνω του 1 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο επιτόκιο ήταν 4,14%.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες εξαρτώνται περισσότερο από τον τραπεζικό δανεισμό για κεφάλαιο κίνησης και επενδύσεις και συνήθως δεν διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες άντλησης κεφαλαίων με τις μεγαλύτερες εταιρείες.
Οι μικρότερες επιχειρήσεις στο επίκεντρο
Το κόστος χρηματοδότησης αποτελεί ήδη σημαντικό εμπόδιο για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις. Σε έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών, το 77% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν δήλωσε ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και τραπεζικό δανεισμό.
Μια νέα άνοδος των επιτοκίων μπορεί επομένως να περιορίσει περαιτέρω τη δυνατότητα των μικρότερων επιχειρήσεων να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις, να ανανεώσουν εξοπλισμό ή να καλύψουν τις ανάγκες ρευστότητάς τους.
Παράλληλα, η τραπεζική χρηματοδότηση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην επιχειρηματική οικονομία. Σύμφωνα με στοιχεία της βάσης AnaCredit της Τράπεζας της Ελλάδος, μόλις 701 μεγάλες επιχειρήσεις αντιστοιχούν στο 1,2% των επιχειρήσεων με τραπεζικό δανεισμό, αλλά συγκεντρώνουν το 42,9% των συνολικών υπολοίπων επιχειρηματικών δανείων.
Τι σημαίνει για τα στεγαστικά
Η νέα κατάσταση αφορά και τα νοικοκυριά, κυρίως εκείνα που έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο.
Τα στεγαστικά δάνεια που συνδέονται με δείκτες της αγοράς χρήματος επηρεάζονται από τις μεταβολές των επιτοκίων. Όταν αυξάνεται το κόστος χρήματος, η μηνιαία επιβάρυνση μπορεί να αυξηθεί για τους δανειολήπτες που δεν έχουν σταθερό επιτόκιο.
Ήδη τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των υφιστάμενων στεγαστικών δανείων με διάρκεια άνω των πέντε ετών είχε αυξηθεί στο 3,72%, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Αντίθετα, όσοι έχουν δάνεια με σταθερό επιτόκιο δεν επηρεάζονται άμεσα από μια μεταβολή των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, καθώς το επιτόκιο της σύμβασής τους παραμένει σταθερό για την προσυμφωνημένη περίοδο.
Το κόστος χρηματοδότησης των ίδιων των τραπεζών
Η άνοδος των επιτοκίων δεν αφορά μόνο τους πελάτες των τραπεζών. Επηρεάζει και το κόστος με το οποίο οι ίδιες οι τράπεζες εξασφαλίζουν χρηματοδότηση.
Μέχρι σήμερα, ένα σημαντικό πλεονέκτημα για τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι μεγάλο μέρος της καταθετικής τους βάσης παραμένει χαμηλά αμειβόμενο. Τον Ιούλιο, το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,39%, ενώ για τις καταθέσεις όψεως των νοικοκυριών βρισκόταν στο 0,03%.
Η διαφορά ανάμεσα στο κόστος των καταθέσεων και στο κόστος των δανείων δημιουργεί ένα σημαντικό περιθώριο για τις τράπεζες. Ωστόσο, όσο αυξάνονται τα επιτόκια, μεγαλώνει και η πίεση για υψηλότερες αποδόσεις στις καταθέσεις, ιδιαίτερα εάν οι αποταμιευτές μετακινούν κεφάλαια από λογαριασμούς άμεσης πρόσβασης προς προθεσμιακές καταθέσεις ή άλλες επενδύσεις.
Η μεγάλη εξίσωση των επόμενων μηνών
Το κρίσιμο σημείο για την οικονομία δεν είναι μόνο το ύψος του επιτοκίου της ΕΚΤ, αλλά το πόσο καιρό θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.
Εάν η αύξηση αποδειχθεί προσωρινή, οι επιπτώσεις στην πιστωτική επέκταση μπορεί να είναι περιορισμένες. Εάν όμως ακολουθήσει νέα άνοδος ή παρατεταμένη περίοδος υψηλών επιτοκίων, το κόστος δανεισμού μπορεί να λειτουργήσει ως φρένο για νέες επενδύσεις και κατανάλωση.
Για τις επιχειρήσεις, το ζήτημα συνδέεται άμεσα με την απόφαση για νέες επενδύσεις: όσο αυξάνεται το κόστος ενός δανείου, τόσο υψηλότερη απόδοση απαιτείται από μια επένδυση για να παραμείνει οικονομικά ελκυστική.
Για τα νοικοκυριά, αντίστοιχα, μεγαλύτερη δόση στεγαστικού ή καταναλωτικού δανείου σημαίνει μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα για άλλες δαπάνες.
Η ΕΚΤ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν προδιαγράφει συγκεκριμένη πορεία για τα επιτόκια και ότι οι αποφάσεις της θα λαμβάνονται από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, με βάση τα στοιχεία για τον πληθωρισμό, την οικονομική δραστηριότητα και τους κινδύνους που διαμορφώνονται.
Έτσι, το επόμενο διάστημα θα αποτελέσει δοκιμασία τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, καθώς το κόστος του χρήματος επιστρέφει στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας.


